18/03/2026
-
< 1 min read

Αυτισμός στην Κύπρο: Μια πραγματικότητα που μεγαλώνει

Κοινοποίηση
Kathepaidi

Πώς οι ανάγκες για δομές, συντονισμένη στήριξη και αποδοχή αναδεικνύουν τον ρόλο της πολιτείας και της κοινωνίας των πολιτών, με το ENA Foundation στην πρώτη γραμμή. 

Ο αυτισμός δεν είναι μια «σπάνια» κατάσταση. Είναι κομμάτι της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας. Στην Κύπρο, εκτιμάται ότι εκατοντάδες παιδιά βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, ενώ κάθε χρόνο αυξάνεται ο αριθμός των οικογενειών που αναζητούν απαντήσεις, διάγνωση και στήριξη. Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, πολλές οικογένειες εξακολουθούν να βιώνουν ένα σύστημα που τις επιβαρύνει σημαντικά, με περιορισμένες δομές, λίστες αναμονής και ένα βαρύ ψυχικό και οικονομικό φορτίο.   

Η δημόσια συζήτηση για τον αυτισμό συχνά μένει στην επιφάνεια. Σταματά σε ορισμούς, διαγνώσεις ή συγκινητικές ιστορίες, χωρίς να φτάνει πάντα στην ουσία. Το βασικό ερώτημα είναι απλό. Πώς οργανώνεται μια κοινωνία ώστε να στηρίζει ουσιαστικά τα άτομα στο φάσμα και τις οικογένειές τους; Πώς διαμορφώνει υπηρεσίες, σχολεία και δομές που δεν αφήνουν τους ανθρώπους να παλεύουν μόνοι τους; Αν δούμε τον αυτισμό ως ζήτημα δικαιωμάτων και ισότιμης συμμετοχής, τότε δεν πρόκειται για ιδιωτική υπόθεση μιας οικογένειας. Πρόκειται για θέμα που αφορά όλους μας. 

Τα τελευταία χρόνια, η Κυπριακή Δημοκρατία έκανε ένα σημαντικό βήμα με την υιοθέτηση της πρώτης Εθνικής Στρατηγικής και του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Αυτισμό, με ορίζοντα έως το 2028. Η κατεύθυνση είναι σωστή, γιατί αναγνωρίζει ότι η στήριξη δεν μπορεί να περιορίζεται σε μεμονωμένες παρεμβάσεις. Πρέπει να καλύπτει όλη τη διαδρομή ζωής. Από την έγκαιρη αναγνώριση και διάγνωση, μέχρι την εκπαίδευση, τη μετάβαση στην ενηλικίωση, την εργασία, την όσο γίνεται πιο ανεξάρτητη διαβίωση και την ενεργό κοινωνική συμμετοχή. Στο θεσμικό επίπεδο, το πλαίσιο αρχίζει να διαμορφώνεται. Η μεγάλη πρόκληση αφορά την εφαρμογή στην καθημερινότητα των οικογενειών.   

Οι οικογένειες στην πρώτη γραμμή 

Αν ακούσει κανείς τις φωνές των ίδιων των γονιών, η εικόνα γίνεται πολύ συγκεκριμένη. Πολλοί περιγράφουν την καθημερινότητά τους ως «μόνιμη διαχείριση κρίσεων». Ραντεβού, θεραπείες, αξιολογήσεις, μετακινήσεις, αναμονές, οικονομικές υποχρεώσεις και σταθερή αγωνία για το παρόν και το μέλλον. Πολλές υπηρεσίες παραμένουν ιδιωτικές, κάτι που αυξάνει σημαντικά το κόστος για κάθε οικογένεια. Και όταν η οικογένεια ζει εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, η δυσκολία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς προστίθενται η απόσταση, ο χρόνος στον δρόμο και οι πρακτικοί περιορισμοί. 

Το αποτέλεσμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, τα παιδιά δεν έχουν πάντα έγκαιρα και συντονισμένα τις παρεμβάσεις που χρειάζονται. Από την άλλη, οι οικογένειες επιβαρύνονται ψυχικά, οικονομικά και σωματικά. Πολλοί γονείς αναγκάζονται να προσαρμόσουν την εργασία τους ή ακόμη και να την εγκαταλείψουν, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του παιδιού τους. Το οικογενειακό πρόγραμμα διαμορφώνεται γύρω από θεραπείες, εκκρεμότητες, μετακινήσεις και αβεβαιότητα. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προσωπικό πρόβλημα του κάθε σπιτιού. Είναι μια συνθήκη που δείχνει πώς μια κοινωνία στηρίζει ή δεν στηρίζει τους ανθρώπους της. 

Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία που αναδεικνύουν γονείς και ειδικοί αφορά τη μορφή των υπηρεσιών. Σήμερα, μεγάλο μέρος της στήριξης παρέχεται αποσπασματικά. Κάθε επαγγελματίας κάνει τη δική του δουλειά με συνέπεια, όμως συχνά χωρίς κοινό, μακροπρόθεσμο πλάνο και χωρίς συστηματική συνεργασία με τους υπόλοιπους γύρω από το ίδιο παιδί. Λείπουν πολυθεματικές, ολοκληρωμένες δομές, όπου ένα παιδί με αυτισμό θα μπορεί να λάβει τις βασικές θεραπείες, εκπαιδευτική υποστήριξη, ενίσχυση κοινωνικών δεξιοτήτων και ταυτόχρονα η οικογένειά του να έχει συμβουλευτική, καθοδήγηση και ανακούφιση, μέσα σε ένα ενιαίο, συντονισμένο πλαίσιο.   

Αυτή η έλλειψη αναδεικνύεται ακόμη πιο έντονα στις περιοχές εκτός μεγάλων πόλεων. Οι μετακινήσεις, το κόστος και ο χρόνος που αφιερώνεται στον δρόμο αυξάνουν την πίεση. Για ένα παιδί, ένα σύγχρονο, ολοκληρωμένο κέντρο δεν αποτελεί απλώς έναν επιπλέον χώρο. Μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς, ένας γνώριμος, σταθερός τόπος που προσφέρει αίσθηση ασφάλειας και συνέχειας. Για την οικογένεια, μια τέτοια δομή μπορεί να αποτελέσει πραγματική «ανάσα» και πηγή αξιοπρέπειας, με την πεποίθηση ότι το παιδί αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο με δυνατότητες, όχι ως ένας αριθμός σε μια λίστα αναμονής.   

Πίσω από τις δομές κρύβεται και μια βαθύτερη επιλογή. Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε τον αυτισμό αντανακλά πόσο έτοιμοι είμαστε να αποδεχθούμε την ανθρώπινη ποικιλομορφία. Η αποδοχή δεν εξαντλείται στο «δεν ενοχλούμαι». Περιλαμβάνει προσαρμογή των υπηρεσιών, των σχολείων, των δημόσιων χώρων και της εργασίας, ώστε να χωράνε διαφορετικοί τρόποι επικοινωνίας, μάθησης και συμπεριφοράς. Σημαίνει ότι τα παιδιά και οι ενήλικες στο φάσμα αναγνωρίζονται ως ισότιμα μέλη της κοινότητας, με δικαίωμα στη συμμετοχή και στην ανάπτυξη του δυναμικού τους.   

Ο ρόλος του ENA Foundation  

Σε αυτό το πλαίσιο, οργανισμοί της κοινωνίας των πολιτών και ιδρύματα έχουν κρίσιμο ρόλο. Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθος μιας προσφοράς, αλλά στο κατά πόσο παρεμβαίνουν σε πραγματικές, διαρθρωτικές ανάγκες και συνεργάζονται με τους φορείς και τις οικογένειες που γνωρίζουν το πεδίο. Χρειάζεται στόχευση σε παρεμβάσεις που συμπληρώνουν τις δημόσιες πολιτικές, ενισχύουν την εφαρμογή τους και δημιουργούν μηχανισμούς με διάρκεια, όχι πυροτεχνήματα.   

Το ENA Foundation υιοθετεί αυτή την προσέγγιση. Αντί για μεμονωμένες κινήσεις, εστιάζει στη δημιουργία μακροπρόθεσμων μηχανισμών κοινωνικής στήριξης. Στον τομέα του αυτισμού, πριν καταλήξει σε συγκεκριμένη πρωτοβουλία, επένδυσε χρόνο στο να ακούσει. Σε διάλογο με γονείς, επαγγελματίες και οργανώσεις όπως ο Παγκύπριος Σύνδεσμος για άτομα με αυτισμό, χαρτογράφησε συγκεκριμένα κενά στο υφιστάμενο οικοσύστημα υποστήριξης. Μεταξύ αυτών, την ανάγκη για πολυδύναμες δομές, τον κατακερματισμό των υπηρεσιών, την κόπωση των οικογενειών από τις συνεχείς μετακινήσεις και την ανάγκη για ενιαία, ολιστική προσέγγιση.   

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το ENA Foundation κατέληξε ότι η απάντηση πρέπει να είναι δομική. Να στηρίζεται σε υποδομές και σε ολοκληρωμένες υπηρεσίες που θα λειτουργούν σε βάθος χρόνου. Σε χώρους όπου μπορούν να συνυπάρχουν θεραπεία, εκπαίδευση, δημιουργική απασχόληση και υποστήριξη των οικογενειών, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και συνεργασία πολλών ειδικοτήτων. Μόνο έτσι μπορεί να μειωθεί ουσιαστικά η πίεση στις οικογένειες και να ενισχυθούν οι προοπτικές των παιδιών.   

Σε αυτό το πλαίσιο, το ENA Foundation ετοιμάζει μια σημαντική πρωτοβουλία στον τομέα του αυτισμού, η οποία θα ανακοινωθεί τις επόμενες εβδομάδες. Οι λεπτομέρειες θα παρουσιαστούν σύντομα. Είναι ήδη σαφές όμως ότι πρόκειται για μια κίνηση που φιλοδοξεί να απαντήσει σε καταγεγραμμένες ανάγκες, να στηρίξει παιδιά και οικογένειες με τρόπο συστηματικό και να συμπληρώσει τις προσπάθειες που γίνονται σε επίπεδο πολιτείας.   

Η συζήτηση για τον αυτισμό στην Κύπρο χρειάζεται να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος και συνέχεια. Αφορά παιδιά και ενήλικες που ζουν σήμερα ανάμεσά μας, αφορά γονείς που δίνουν έναν καθημερινό αγώνα, αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια της δίκαιης και συμπεριληπτικής κοινωνίας. Ο ρόλος οργανισμών όπως το ENA Foundation είναι να βλέπουν τις αδυναμίες, να τις αναδεικνύουν με σεβασμό και να επενδύουν σε λύσεις με διάρκεια.   

Αν επιδιώκουμε μια κοινωνία που δίνει πραγματικές ευκαιρίες σε όλους, ο αυτισμός πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά της δημόσιας ατζέντας. Εκεί όπου σχεδιάζονται πολιτικές, κατανέμονται πόροι και διαμορφώνονται προτεραιότητες. Σε αυτό το σημείο, κάθε σοβαρή, στοχευμένη πρωτοβουλία, δημόσια ή ιδιωτική, λειτουργεί ως ουσιαστική συμβολή σε μια πιο ώριμη και ανθρώπινη κοινωνία.   

REFLECT
CONNECT
GROW